Μερικές φορές , προκειμένου να αποδεσμευτούμε από τα τραύματα του παρελθόντος, χρειάζεται να πάμε ξανά πίσω, εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Και πιθανόν η μεγαλύτερή μας επιτυχία να είναι αυτή ακριβώς η συμφιλίωση με τις σκιές μας, η αποδοχή όσων γρατζουνιών στάθηκαν παράσημα της μετέπειτα πορείας μας.

Το βιβλίο «Οι κερασιές που ήθελαν να ανθίσουν», της Sun-Mi-Hwang, μας παίρνει από το χέρι και μας διηγείται με σπάνια τρυφερότητα και ευαισθησία μια δυνατή ιστορία επιστροφής στις ρίζες, συνθέτοντας αριστουργηματικά μια ελεγεία για τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής, που πέφτει και σηκώνεται, συγχωρεί και αναγεννιέται.

Ένας ήρωας που τα είχε όλα

Ο κεντρικός ήρωας με το όνομα Κανγκ συνιστά την ενσάρκωση του αμερικάνικου ονείρου, το πρότυπο εκείνου του αυτοδημιούργητου ατόμου που με σύμμαχο την επιμονή του καταφέρνει να ξεφύγει από τη φτώχεια και να αποδείξει στον περίγυρό του πως αξίζει. Το βασανισμένο παιδί του τότε αναρριχάται στα υψηλότερα κλιμάκια της επαγγελματικής ιεραρχίας, ως διευθυντής κατασκευαστικής εταιρείας. Ο πλούτος και η εξουσία απαλύνουν, άραγε, τα αλλοτινά τραύματα του άντρα ή απλώς σκεπάζουν επιμελώς τις πληγές του;

 

Συγχωρώντας το παρελθόν, αλλάζουμε το μέλλον μας

 

Κάθε σύγκρουση με τους άλλους και μία αναμέτρηση με τον εαυτό μας

Κάθε σύγκρουση του κεντρικού ήρωα με τους εισβολείς ισοδυναμεί και με μια αγωνιώδη αναμέτρηση με τα κρυμμένα του κομμάτια, με τα συναισθήματα μειονεξίας που ακόμη νιώθει, με τον θυμό που δεν έχει καταλαγιάσει μέσα του για όσους κάποτε τον χλεύασαν και τον υποτίμησαν.

Ο Καντ συγχωρεί εκείνους που τον πλήγωσαν και απελευθερώνεται από την οργή και τη θλίψη, συνειδητοποιώντας πως ο καθένας κουβάλα ένα διαφορετικό φορτίο στους ώμους .

Ένα βιβλίο Ύμνος στην προσωπική εξέλιξη

«Οι Κερασιές που ήθελαν να ανθίσουν» αγγίζουν κατευθείαν την καρδιά του αναγνώστη με την αλήθεια και την αμεσότητα της γραφής τους. Μια ιστορία προσωπικής άνθισης ξετυλίγεται στις σελίδες , ένας ύμνος στο ωραιότερο και πιο προκλητικό ταξίδι που θα κληθούμε ποτέ να ολοκληρώσουμε, εκείνο της αυτογνωσίας.

Και, τελικά, μέσα στην πορεία των ετών, το ύψιστο στοίχημα μας είναι όχι απλώς να ψηλώσουμε αλλά να ωριμάσουμε και να εξελιχτούμε σε καρποφόρα δέντρα που σκορπούν την ευωδιά τους στην πλάση. Όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και τρόπος και όπου επιτυγχάνεται η συγχώρεση ξεπροβάλλει η ευκαιρία.

Είμαστε όλοι κερασιές που μπορούν να ανθίσουν

«Οι κερασιές που ήθελαν να ανθίσουν» της Sun-Mi-Hwang, μας κλείνουν συνωμοτικά το μάτι, υπενθυμίζοντάς μας πως κάθε τέλος ισοδυναμεί με μια νέα αρχή και πως πιθανόν να υπάρχουν τόσες αρχές όσες και οι ανάσες μας πάνω στη γη.

Και εκείνο το μικρό παιδί μέσα μας απελευθερώνεται επιτέλους από το κελί του. «Θες να παίξουμε; » μας ρωτάει και εμείς πλημμυρίζουμε από αθωότητα, επιστρέφοντας πίσω σε μια εποχή όπου πιστεύαμε στους ανθρώπους και στη μαγεία της ζωής.

Περπατάμε ξανά στον Λόφο, λοιπόν, και οι κερασιές ανθίζουν τριγύρω μας μια μια, σαν να μας ψιθυρίζουν πως η συμφιλίωση με το παρελθόν οδηγεί με ασφάλεια στον ανθισμένο κήπο του μέλλοντος.