Σε όλους μας δεν έχει γεννηθεί κάποια στιγμή η απορία πόσο ευφυείς είμαστε και πώς καθορίζεται η ευφυΐα μας αυτή;

Νοημοσύνη είναι η ιδιότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να αντιλαμβάνεται έννοιες, να σκέφτεται και να αναλύει και αποτελεί ένα ιδιαίτερα πολυδιάστατο γνώρισμα που καθορίζεται τόσο από το γενετικό κώδικα του ατόμου, όσο και από το περιβάλλον στο οποίο αυτό αναπτύσσεται και εξελίσσεται.
Η ατομική νοητική απόδοση προσδιορίζεται συνηθέστερα από στανταρισμένα τεστ IQ, όρος που αναφέρεται στις αγγλικές λέξεις Intelligence Quotient, τα οποία αποδίδουν στον καθένα μας ένα σκορ ευφυΐας. Αποτελέσματα των τεστ IQ έχουν δείξει ότι οι δείκτες ευφυΐας σε έναν πληθυσμό κυμαίνονται γύρω από τη μέση τιμή του 100 με μια τυπική απόκλιση της τάξεως του 15, ενώ άτομα με δείκτη νοημοσύνης κάτω του 70 θεωρούνται γενικά διανοητικά καθυστερημένα.
Βέβαια, η αξιοπιστία και η αντικειμενικότητα των δοκιμασιών αυτών έχει επανειλημμένα κριθεί, και έχει προταθεί πως αδυνατούν να αξιολογήσουν την ολότητα της ανθρώπινης ευφυΐας, παραβλέποντας σημαντικές παραμέτρους όπως η κοινωνικότητα, για παράδειγμα, ή το ιδιαίτερο ταλέντο σε μεμονωμένους τομείς, όπως οι τέχνες, καθώς και ότι είναι σχεδόν απόλυτα προσαρμοσμένα στη δυτική κοσμοθεωρία, αποκλείοντας άτομα που προέρχονται από διαφορετικούς πολιτισμούς.
Μήπως επομένως πρέπει να στραφούμε σε νέους, διαφορετικούς τρόπους που θα επιτρέπουν μια πιο αποτελεσματική και αντικειμενική απόπειρα προσδιορισμού της νοημοσύνης μας; Φυσικά, δεν είναι ο δείκτης νοημοσύνης μας αυτό που μας χαρακτηρίζει σαν προσωπικότητες και οντότητες, αλλά δεδομένου ότι ζούμε σε μια εποχή που επιβάλλει όλο και αυξημένες ανάγκες για μεγαλύτερη ευφυΐα και που δείχνει ελάχιστη ανοχή στην περιορισμένη ύπαρξή της, δεν θα ήταν πιο χρήσιμο να έχουμε στη διάθεσή μας πιο αξιόπιστα εργαλεία; Και εδώ είναι που εισέρχεται στο προσκήνιο το γενετικό απόθεμα του ατόμου.
Αναμφισβήτητα το γονικό DNA διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού δείκτη νοημοσύνης των απογόνων, αφού και η νοημοσύνη αποτελεί ένα γνώρισμα του ανθρώπου, που όπως και άλλα, σαν το χρώμα των ματιών μας, δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάζεται από τις γενετικές μας καταβολές.
Υπάρχει, ωστόσο, ακόμα έντονος προβληματισμός στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα σχετικά με το κατά πόσο η νοημοσύνη είναι κληρονομήσιμη και ποιοι είναι οι ακριβείς μηχανισμοί που ελέγχουν τα μονοπάτια, τα οποία οδηγούν από το γενετικό υλικό στο σχηματισμό της ευφυΐας.
Η ανακάλυψη γονιδίων, τα οποία μπορούν να χαρακτηριστούν ως γονίδια ‘εξυπνάδας’, και αυτό γιατί όταν υπόκεινται σε μετάλλαξη το αποτέλεσμα είναι ο φορέας αυτής της μετάλλαξης να διακρίνεται από χαμηλό δείκτη νοημοσύνης, αποτελεί σημαντικό βήμα στην προσπάθεια απάντησης αυτού του ερωτήματος.
Μοντέλα ζώων τα οποία έχουν τροποποιηθεί γενετικά ώστε να φέρουν τις ίδιες μεταλλάξεις στα ‘έξυπνα’ γονίδια, όπως και οι άνθρωποι, θεωρούνται σήμερα χρήσιμα εργαλεία για τη μελέτη της νευροβιολογίας και της γενετικής που διέπει τη νοημοσύνη.
Η μελέτη αυτών των ζωικών μοντέλων, σε συνδυασμό με την έρευνα ανθρώπινων πληθυσμών, προσφέρουν όλο και περισσότερες πληροφορίες που σταδιακά συνθέτουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τον πολύπλοκο τρόπο με τον οποίο η νοημοσύνη διαμορφώνεται σαν αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του γενετικού υλικού με το περιβάλλον.
Δεν είμαστε λοιπόν απλά καταδικασμένοι στην ευφυΐα των γονιών μας ή των περιορισμών του περιγύρου μας, αλλά μάρτυρες μιας δυναμικής και ακόμα ακατάληπτης περίπλεξης δύο στοιχείων που δημιουργούν τη σύνθετη έννοια της νοημοσύνης.
Ο δρόμος για την πλήρη αποσαφήνιση του μυστηρίου της ανθρώπινης ευφυΐας διαγράφεται ακόμα μακρύς, αλλά ο εγκέφαλος και οι δυνατότητές του βρίσκονται συνεχώς στο επίκεντρο ερευνών που δίνουν ήδη και θα συνεχίσουν να δίνουν απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν την ευφυΐα .

 

Ευσταθιάδου Χρυσούλα
Βιολόγος